Posts Tagged ‘Χρόνος’

Καλό χειμώνα?

Αύγουστος 24, 2012

5 μήνες. Γραπτόν ουδέν.

Άρχιζα κείμενα, έσβηνα κείμενα, γινόταν κάτι το σημαντικό, κοπάναγα τα πλήκτρα με μανία κ βγαίναν κείμενα που στάζανε τσαντίλα. Κατόπιν από τα νεύρα, τα έσβηνα βρίζοντας. Έγραφα για άλλα θέματα κ το μετάνιωνα, ο κόσμος καίγεται κ το μπλογκ χτενίζεται? Δεν πάει και δεν κολλάει. Πριν από τις εκλογές είχε καταφέρει μια αναιμικιά υποψία ελπίδας να χωρέσει στο κρανίο μου για κάποιο λόγο (βλακάκο, πως μπόρεσες?) κ είπα να μη γράψω τίποτα για να μην το γκαντεμιάσω. Αμ δε. Ήρθαν οι εκλογές, πέρασαν, ξαναήρθαν κ το ένδοξο ελληνικό πόπολο απεφάνθη. Καλοχώνευτα αλλά τη σόδα δεν την κερνάμε. Ε, μετά από αυτό απλά έπεσε τρελλή μούτζα κ καβάλησα με τη σειρά μου το άλογο που λέγεται μωρέ-δε-γαμιουνται-μόνοι-τους-τα-φερνουν-στην-κεφάλα-τους.

Έτσι μπήκαμε στην τελευταία νεοελληνική σουρεαλιστική φάση. Νεοναζί στη βουλή, γερά υποστηρίγματα της νουδουπασοκοδημαρίστικης χολέρας, δείχνουν στον καρατζαφέρη τι έκανε λάθος τόσα χρόνια. Άνευ κωλοτούμπας, δεν υπάρχουν οι κατάλληλες ικανότητες άλλωστε, η προσήλωσή τους στο να αναγάγουν όλα τα προβλήματα της χώρας ως προερχόμενα από μετανάστες, κομμουνιστικές δομές, υπακοή κ υποταγή στον αρχηγό-μαυριδερό-λουκουμά. Από απέναντι ο θλιβερός θύριζα να ακκίζεται σα γεροντοκόρη που επιτέλους νιώθει τον προβολέα πάνω της να της ζεσταίνει τα αραχνιασμένα.

Και μετά φυσικά το ένδοξο κ υπέροχο ελληνικό καλοκαίρι.

Με τα ουζάκια μας, τη θαλασσίτσα μας, κάτι ρήτρες από μνημόνια να τρέχουν, τον ήλιο μας, τις παραλίες, τις συνομιλίες (δόκιμος όρος για να περιγράψει γονατιστούς ικέτες στην περίπτωσή μας) με τους γκζένους, το σαμαρά να ζητάει κι άλλο χρόνο ώστε να συνεχίσει χαλαρός, δίχως άγχος την κατρακύλα, τις ξαπλώστρες κ τα αραλίκια μας, παγωμένους φραπέδες κ ξένιους Δίες-παρωδίες, με τους πρώτους φόνους σκούρων τύπων ανοιχτά, ααααχ το αθάνατο ελληνικό καλοκαίρι μας!

Με φρέσκα στρατόπεδα συγκέντρωσης ψυχών, με διαλυμένα νοσοκομεία και σχολεία, με τις αυτοκτονίες ως ρουτίνα, η Ελλαδάρα προελαύνει θριαμβευτικά μέσα στο 2012. Η πινελιά που έλειπε για να ολοκληρωθεί η φρικτή εικόνα, ήταν τα νέα ένδοξα τάγματα ασφαλείας που συγκροτήθηκαν στην ένδοξη και ιστορική μεσσηνία.

Δεν είναι λύση τελικά η σιωπή, δεν είναι λύση το να στρέφεις το βλέμμα σου αλλού.

Μια λύση προσφέρει το επόμενο γαμάτο άσμα!

Τελείωσε.

Φεβρουαρίου 14, 2012

Ναι φίλε μου, ο κόσμος όπως τον ήξερες μόλις τελείωσε.
Τα τελευταία πέπλα πέσανε, αυτά τα 199 πλάσματα αποφασίσαν για τα υπόλοιπα δεκατόσα μύρια, δημιουργήσανε το μέλλον τους, το υπαγορέψανε ψήφο με την ψήφο. Από εδώ και πέρα θέλει μόνο αισιοδοξία κ χαρούμενες σκέψεις γιατί μόλις χτες έγινε επίσημη η κλωτσιά.
Ως τώρα, όλα αυτά τα νευράκια κ τα πονάκια που είχε η ελληνική κοινωνία, ήταν απλά η αντίδραση κάποιου που τον σπρώχνουν προς το γκρεμό κ αυτός είναι κατα βάση χαλαρός γιατί νομίζει πως έχει ακόμα δρόμο ως το χείλος, ο μαλάκας. Το ίδιο κ αυτές οι ψιλοδιαμαρτυρίες κ η αμηχανία, αυτό το μούδιασμα που ήταν διάχυτο στον κόσμο, όλα αυτά ήταν ως την άκρη. Ο δυστυχής κ βλάκας λοιπόν, είναι εκεί στην άκρη, βλέπει το χάος από κάτω, έχει απέναντί του αυτόν που θα τον σπρώξει, είναι ξεκάθαρο, αυτός τον έχει σούρει ως τα εκεί, κλωτσάει κ καμιά πετρούλα να τη δει να πέφτει, φοβάται αρκετά αλλά ως την τελευταία στιγμή νομίζει πως θα την σκαπουλάρει. Κάποτε τη βλέπει κ ψιλοπαληκαράς, γυρνάει κ λέει «Να σου πω, μην γίνεσαι μαλάκας!»Ε, και μετά έρχεται η κλωτσιά.
Αυτό έγινε χτες, η πτώση μόλις άρχισε, άγνωστο τι γέννα θα φέρουν αυτές οι ωδίνες που έρχονται, θέλει κουράγιο τώρα, θέλει κέφι αμείωτο κ αναίτιο, θέλει δύναμη γιατί θα στερέψει η υπομονή κ ταυτόχρονα θα αρχίσουν οι σφαλιάρες. Ανοιχτά όμως πλέον, χωρίς αιδώ.
Αυτό που έγινε χτες είναι απλά ο προαγγελος αυτών που έρχονται, νεκρός σύμβολο σταρ δεν έχει προκύψει ακόμα, προσεχώς. Από εδώ κ έπειτα όλο κ θα δυσκολεύει το καμουφλάρισμα των πρακτικών της τραπεζικής εξουσίας κ των καμαριέρων της στην βουλή. Όλο κ πιο δραστικά μέτρα θα απαιτούνται για το καλό αυτού του σκιάχτρου που αυτοί ονομάζουν πατρίδα τους κ ορίζεται από λογαριασμούς, καρέκλες κ επαφές, ενώ η πατρίδα που είναι τα δεκατόσα μύρια αρνιά στο μαντρί που υψώσανε εκείνοι οι 199 θα τον τρώει ασφυκτικά στον κώλο.
Για όποιον μπήκε στον κόπο να διαβάσει τις 43 σελίδες που αποτελούσαν το κείμενο αυτό που λέγεται μνημόνιο παρτ του, η επιστροφή, κινείται κ αυτό στα όρια της παρωδίας. Η πομπώδης, ψεύτικη γλώσσα με την οποία είναι διατυπωμένο, αυτές οι παράλληλης πραγματικότητας αόριστες εκφράσεις που στάζουν αίγλη κ μεγαλείο κ πάνω απ’όλα έγνοια, υπάρχουν εκεί μόνο για να κάνουν πιο οικεία στα τηλεορασόπληκτα μάτια των αναγνωστών την ωμή πραγματικότητα που προαναγγέλει αυτή η καταπληκτική, κρίσιμη ευκαιρία του να δανειστούμε παραπάνω από όσα θα διαγραφούνε, καταλήγοντας με μεγαλύτερο χρέος. Τα οποία φράγκα δε, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους, μαζί με το μεγαλύτερο ποσοστό από τα μελλοντικά έσοδα της ελλάντας προορίζονται αποκλειστικά κ μόνο για την εξυπηρέτηση των δανείων που υπάρχουν ήδη. Μαγικό?
Εδώ δερβίση μου είναι που πρέπει να αρχίσεις να στροβιλίζεσαι, μήπως πετύχεις τον άνεμο που θα σε κρατήσει από το να ξεριζωθείς.
Αυτοί οι 199 αρχίσανε την πτώση μιας χώρας χτες. Ενσυνείδητα, θεατρινίστικα από χούι, κατηγορηματικά κ ηθελημένα σφραγίσανε μια τροπή πραγμάτων που δεν εγγυάται την επιβίωση του συνόλου.
Κουράγιο κ μην ξεχνάτε τίποτα κ κανένα από αυτές τις μέρες, θα είναι πολύτιμα εφόδια για τα χρόνια που έρχονται.

Καλή χρονιά.

Πάρε κ κομματάκι να χορέψεις να βάλεις λίγο βάλσαμο μέσα σου:

Ανεργία, αγάπη μου!

Σεπτεμβρίου 20, 2010

Είναι περίεργο γκομενάκι η ανεργία, θα σας το πω αυτό. Έρχεται απότομα, συνήθως σε βρίσκει απροετοίμαστο, δεν αφήνει περιθώριο για αντιρρήσεις, είναι φουλ επιθετική και σε γραπώνει βάρβαρα. Στην αρχή επικρατεί ένα μούδιασμα, κάπως σα γκριμάτσα απορίας. Είναι κάτι καλό, κάτι άσχημο, τι θα γίνει χωρίς τα φράγκα, ξαφνικά η μέρα αποκτά κ πάλι άπειρες ώρες, ο ύπνος γίνεται πολύς κ γυρνάς τριγύρω στο σπίτι χωρίς κάτι ιδιαίτερο να κάνεις. Ο χρόνος παίρνει περίεργα τεντώματα εκεί που ήταν ασφυκτικά περιορισμένος κ ενώ του ζητιάνευες τις ώρες, τώρα αυτές περνούν τόσο μα τόσο αργά.

Για όσους από εμάς απολυθήκανε πριν τους καινούριους γαμωνόμους δε, η ανεργία καλημέρισε με την έννοια αποζημίωση χέρι χέρι, κάτι που τώρα είναι τόσο μακρινό κ νοσταλγικό τώρα όπως το γαμήσι χωρίς καπότα για τα πάλαι πότε καμάκια του συντάγματος. Έτσι λοιπόν ήταν δυνατό να διατηρηθεί μια κάποια ψυχραιμία μέσα στο βουητό κ την αντάρα που προέκυψε από το κενό εργασίας που δημιουργήθηκε.

Η ανακλαστική αντίδραση ήταν το ψάξιμο μιας καινούριας απασχόλησης με την καβάτζα της δεύτερης δουλειάς τότε. Η Ελλάδα της άνοιξης κ των αρχών του καλοκαιριού δεν έδινε όμως ωραία χρώματα στην εικόνα. Όλα τα καριόλια πολύ απλά βρήκαν την ευκαιρία κ ζητούσαν σκλαβάκια για πάρτη τους στο τζαμπιλίκι. Άκουσα αγαπητέ εσύ που διαβάζεις, ανθρώπους να ζητάνε δωδεκάωρα κ σαββατοκύριακα δουλειάς ως απαραίτητη προϋπόθεση πρόσληψης, άκουσα τυπάκια μην μπορώντας να καμουφλάρουν πειστικά τη χαρά τους, να μιλάνε για δύσκολους καιρούς, υψηλές ανεργίες κ θυσίες που έπρεπε απαραιτήτως να γίνουν για να βρει κανείς ένα μισθό για να βιοπορίζεται κ να εκβιάζουν δηλώσεις αιωνίας πίστης κ παρακάλια για μια θέση στη γαλέρα. Κάπου εκεί ήρθε κ το επίδομα ανεργίας να γλυκάνει λίγο το τοπίο κ τελείωσε κ η δεύτερη δουλειά. Ταυτόχρονα αρχίσανε τα πάντα να ακριβαίνουν, ο κόσμος γινόταν όλο κ πιο γκρινιάρης, κλάψας κ επαναλαμβανόμενος, οι διαμαρτυρίες πληθαίνανε κ ο βούρκος σταθερός όσο ποτέ. Τα μεγάλα κεφάλια του κεφαλιού τους, πλέον τελείως ξεδιάντροπα κ χαμογελαστά να ανακοινώνουν τα καινούρια μπουγιουρντιά για το πόπολο που στέναζε από κάτω κ έκανε μόκο που του κόβαν το ψωμί κ το παντεσπάνι, υποχρεωμένο για τη θεσούλα του σε διάφορους ελεεινούς αιματορουφήχτρες.

Εκεί η ανεργία έδειξε λίγο γυμνό μπουτάκι κ ανεβήκανε τα αίματα, κάπως θέριεψε το μάτι κ ταυτόχρονα επήλθε η απλή συνειδητοποίηση: Αν δεν έχεις τίποτα να κάνεις, δεν εξαρτάσαι από κάτι κ δεν ζητάς άδεια από κανένα. Αφού τα νοίκια ήταν πληρωμένα (δεν ευχαριστώ τις κουφάλες του ΟΑΕΔ, δουλεμένα τα’χουμε, δεν μας κάνουν χάρη), ο δρόμος ήταν ανοιχτός κ ήταν εύκολο το μονοπάτι. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, το σάλτο στο καράβι.

Παραλία λοιπόν, αιώρα, βυθός, δέντρα, καινούριοι φίλοι, ύπνος στην άμμο, βιβλία, μουσικοί να παίζουν τα δικά τους ένα γύρω, μαγείρεμα σιγανό στα ξύλα, φρέσκα ψάρια που ψάρεψε ο ένας φίλος, φρούτα που έφερε ο άλλος, ατέλειωτες κουβέντες με ωραίους συνομιλητές, φωτιές δίπλα στο κύμα, τσάι κ κόκκινο κρασί, μουρμουρητά από ζουζούνια, παρατημένα χωριά με ωραίους εναπομείναντες να σε τρατάρουν κ να έρχονται να τσουγκρίσουν κ να τραγουδήσουν μαζί σου, όλο αυτό το γαλάζιο να μπαίνει μέσα σου στα κρυφά κ να βγαίνει με άτακτα γελάκια, το αεράκι το βράδυ να κάνει παρέα στο γεμάτο φεγγάρι κ να μεθάνε την κεφάλα όσο δυο κιλά ρακή. Δε θα πω το που, είμαι παρτάκιας κ καβάτζας κ είναι κ κομμάτι δύσκολο να το χωνέψω, μήπως ήταν όλα στο μυαλό μου; Υπάρχουν νησιά που οι κάτοικοί τους θέλουν τους ελευθεροσκηνίτες; Που τα γλέντια στήνονται χωρίς ιδιαίτερο λόγο κ τραβούν όλους στο ρυθμό τους; Που τα ζώα τρέχουν γύρω σου ανενόχλητα; Υπάρχουν.

Έτσι λοιπόν υπάρχει κ η όμορφη πλευρά της ανεργίας, αυτή που κάτι αφελείς σαν κ την πάρτη μου τηνε μπερδεύουνε λιγάκι με την ελευθερία. Περίεργο γκομενάκι λοιπόν, αλλά ωραίο, με εκπλήξεις κ κρυφά θέλγητρα.

Το καλοκαίρι τελείωσε όμως αγάπη μου ανεργία κ οι καβάτζες λιγοστεύουν. Που θα μας πάει αυτός ο χωματόδρομος; Θα αντέξουνε τα πόδια μας τις κοφτερές του πέτρες; Τα κεφάλια μας θα αντέξουνε την έλλειψη σκιάς, ξανθύνανε πια από τόσο ήλιο, ασπρίσανε σχεδόν. Οι καρδιές μας από την άλλη, δεν ξέρω.

Πάει η πρώτη δεκάρα, πάμε γι άλλα

Ιανουαρίου 22, 2010

Σχεδόν κοντεύει να περάσει ο πρώτος μήνας της του πρώτου χρόνου της δεύτερης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετίας στην 3758N2343E που ζω. Πριν από λίγο, περπατούσα στους άδειους διαδρόμους της εταιρείας κ περίμενα να σκάσουνε μύτη τα ζόμπι κ εγώ να τα ρουκετιάζω με μίνι πυραύλους που θα εκτόξευα από το κινητό μου. Κάτι σα σπλάτερ Τζέιμς Μπόντης ένα πράμα, με το δολοφονικό μου κινητό στο σταθερό κ σίγουρο χέρι μου. Νομίζω πως πρέπει να σταματήσω να δουλεύω μέχρι αργά.

Οι άνθρωποι λες κ κρυφτήκανε στις φωλιές τους τον τελευταίο καιρό. Μετά τις γιορτές ήρθε μια βαρυστομαχιά διάχυτη πάνω στις φάτσες της καθημερινές κ τις τυχαίες, αραίωσε η κίνηση έξω, πιάσανε κ τα πρώτα κρύα, μια ερήμια γενική εικόνα. Εκτός φυσικά από τα αυτοκίνητα που φαίνονται κάθε μέρα κ περισσότερα, πιο αγριεμένα στους δρόμους. Τα μονοπάτια που χαράζονται ανάμεσα στις ατέλειωτες ουρές των αυτοκινήτων κ τα καβαλάμε με τα δίτροχα οι λίγοι ξεπαγιασμένοι κ ενίοτε μουσκεμένοι εναπομείναντες του χειμώνα-με-μηχανή-ρε-πούστη-δεν-κάνει-κρύο-στην-ελλάδα δόγματος, έχουν γίνει πιο νευρικά, πιο ευμετάβλητα, θυμίζουν πια μικρά ρυάκια, ρυάκια γλιστερά απ’το σκατόβροχο, επικίνδυνα από τους μαλάκες που αλλάζουν λωρίδα-κανάλι με το κινητό στο ένα χέρι και τον καφέ στο άλλο.

Η οδήγηση ποτέ δεν έμοιαζε τόσο με βιντεοπαιχνίδι. Κ μη φανταστείς κανα ζόρικο με φοβερά γραφικά σαν αυτά που βγαίνουν τώρα. Σου μιλάω για απλοϊκά, αυτιστικά shoot’em up της περασμένης δεκαετίας κ βγάλε. Κ εκεί που περιμένεις να γυρίσεις κ να δεις τον κακοσχεδιασμένο εξωγήινο να σου χαμογελάει πιξελιάζοντας ασύστολα μέσα από το παρμπρίζ του οχήματος που μόλις πήγε να σε φονέψει δια απότομης κ βάρβαρης σύνθλιψης με άμεση προοπτική να βιώσεις επιτέλους την υπέροχη κ απελευθερωτική εμπειρία του πετάγματος καθώς κ την γαμημένη προοπτική της προσγείωσης, βλέπεις ένα μαλάκα με γραβάτα. Ή έναν παππού να κοντεύει να κολήσει το πιγούνι του στο τιμόνι. Ή μια γκόμενα να ατενίζει ανέμελα ίσια μπροστά ΟΣΟ ΑΛΛΑΖΕΙ ΛΩΡΙΔΑ.

Απογοητευτικό.

Μεγάλη πρόταση η παραπάνω, κοντράρει σε διάρκεια τα προκαταρκτικά καντήλια που πέφτουν κάθε φορά, μετά ακολουθεί ο κύριος όγκος. Βέβαια αυτά τα ρίχνω μέσα από το κράνος, σαν από σεβασμό ή υποχρέωση μπροστά στην αγνή βλακεία της οποίας την παρουσία βιώνω.

Εκτός από αυτές τις εκλάμψεις αδρεναλίνης στην καθημερινότητα όμως, μυρίζει μια βαρεμάρα ένα γύρω, μια δυσκολία στην κίνηση, το φεγγάρι είναι μικρό κ οι αντοχές περιορισμένες. Καλά τι να λέμε, μόνο μια ματιά στα νέα να ρίξει κανείς, τσααακ, σε πιάνει η ασχήμια από τα μούτρα κ σου μπήχνει βρωμερά νύχια στα μάτια. Δεν αρχίζω καν για τις δίκες της ημέρας, αυτή που αναβλήθηκε του Κορκωνέα κ αυτή που κατέληξε, του Αντωνόπουλου. 22μιση χρόνια σε ένα τύπο που σκότωσε εν ψυχρώ έναν πιτσιρικά κοπανώντας τον στο κεφάλι. Εγκεφαλική βλάβη των δικαστών? Στα μαλακά σαν προετοιμασία για την επόμενη απόφαση? Δεν αρχίζω γιατί δεν τελειώνει.

Έχει κ γενέθλια ο Μήτσος ο Πούλικας σήμερα. Κοντεύει τα 70 κ ακόμα τραβά δρόμο, ακόμα τραγουδά (σχεδόν) κ γουστάρει. Μια εβίβα σε ένα αυθεντικό ρεμάλι της κοινωνίας.

Χαζεύοντας από δω κ από κει, βλέπει κανείς πως 7 βουλευτές σκαπουλάρανε για σήμερα, ενώ είχε ζητηθεί η άρση της ασυλίας τους. Τα λαμόγια μαζεμένα κ ομόψυχα, ψηφίσανε 242 άτομα κ κατά συντριπτική πλειοψηφία αποφασίσανε να γελάσουν άλλη μια φορά αυτάρεσκα στη μούρη μας. Τουλάχιστον υπάρχει εθνική ομοψυχία κ σύμπνοια κάθε φορά που θίγονται οι μισθοί κ οι συντάξεις των βουλευτών και των δικαστικών, τα εκκλησιαστικά κ η ασυλία των βουλευτών. Εκεί ενωμένοι κ αποφασισμένοι, σαν ένα στόμα, μια φωνή, ένα χρώμα όλοι τους τσακίζονται να πάνε στη βουλή κ να ψηφίσουν. Κ όσοι δεν πήγαν, ξέρουν αυτοί γιατί δεν πήγαν. Εκεί δεν υπάρχει ιδεολογία ή κλίση, υπάρχει επιβίωση, διατήρηση των κεκτημένων που χτίσανε με κόπο χρόνια ολόκληρα κυριαρχίας κ αλλαζονείας. Ποιος ξέρει, μπορεί κ χαβαλές αφού δεν υπάρχει καμμία έκπληξη, προδικασμένα, ξαναζεσταμένα χλιαρά σκατά.

Μάγκα άσ’το, έχουμε χάσει γενικότερα, δώσε βάση.

Από τη μία ο Χριστός, από την άλλη ο Μαρξ, παραμονεύουν στο βάθος οι μουλάδες έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για θρησκευτικά ακραία μπάχαλα κ κάπου οι βουδιστές να τα γράφουν όλα στα πορτοκαλοφορεμένα παπάρια τους. Λοιπόν, ο Χριστός ήταν ένας εβραίος ξυλουργός, ο Μαρξ ένας γερμανός βολεμένος αστός, ο Μωάμεθ ένας βοσκός-έμπορας που παντρεύτηκε μικρός κ την έπεσε σε μια σπηλιά να ηρεμήσει κ ο Σιντάρτα ένας πρίγκηπας που έγινε αλήτης. Κοιτάξτε τι αντιπροσωπεύουν αυτοί σήμερα. Το αγαπάτε τον κόσμο έγινε πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, το ιερό μάντρα κάθε δεξιού που σέβεται τον εαυτό του, το ας φάμε όλοι μαζί, μαλακία να κοιτάει κανείς την πάρτη του μόνο, μοιραστείτε τα ρε, έγινε από θεωρία πράξη με πολιτμπιρό, γκούλαγκ, αρνητές του κόμματος κ λοιπές αηδίες, το αράζω στη σπηλιά μου κ γυρνάω πέντε πράγματα που άκουσα κάπου στο κεφάλι μου για να τα πω στα φιλαράκια, έγινε θάνατος στους άπιστους κ η αλητεία μαντρώθηκε σε μοναστήρια εκνευριστικής απάθειας. Η συλλογική πρακτική γνώση που επέζησε μέσω των θρησκειών παραμορφώθηκε σε καυλίτσες εξουσίας κ ιερά βιβλία κ απαγορεύσεις κ μίσος. Είναι μάλιστα αστείοι οι συσχετισμοί που προκύπτουν αν εξετάσεις χώρια τους εμπνευστές των κινημάτων κ την κατάληξη των εκπροσώπων τους ή τις πολιτικές τους καταλήξεις. Με μαθηματική ακρίβεια, κάναμε το ακριβές αντίθετο.

Ακόμα κ σε βασικά πράγματα τα κάναμε σκατά. Αν κάνεις δηλώσεις για το οτιδήποτε πλέον, πρέπει να το στηρίξεις με χίλιες δυο πηγές, αναφορές, παραδείγματα κ επιχειρήματα κ η ανθρωπότητα στηρίζει τη ζωή της σε κείμενα που γραφτήκανε πριν από χιλιάδες χρόνια είτε από κάποιον εκλεκτό είτε θεόπνευστα. Βλέπουμε κάποια αντίφαση εδώ μήπως? Φανταστείτε το ενδεχόμενο να ήταν μια ομάδα από τυπάκια που για το χαβαλέ τους κάτσανε κ αραδιάσανε πέντε απλά πράγματα για το χαβαλέ τους όσο ποιο βαρύγδουπα κ μεγαλόπρεπα μπορούσαν κ βασίστηκαν στην κοινή λογική για να μη τους πάρουνε χαμπάρι με τη μία κ χαλάσει η πλάκα κ να το πλασάρανε ως ιερό κείμενο, κανόνα κ απόλυτη αλήθεια. Να αρχίσανε να διαδίδουνε φήμες για θαύματα κ χολιγουντιανές καταστάσεις κ τα σουξουμουξου για κάτι που θα σώσει την ψυχή του κάθε φουκαρά. Γιατί όλα κ όλα, είμαστε ικανοί σαν είδος για τα καλύτερα κ τα χειρότερα, κόσμος χύνει ακούγοντας Μότσαρντ κ άλλοι με Cannibal Corpse, αλλά όλοι ψοφάμε να σωθούμε κ πάνω απ’όλα να σώσουμε την κακομοίρα την ψυχή μας. Κ μετά μια άλλη ομάδα από μορφωμένους (παλιά το να ξέρεις να γράφεις αποτελούσε τρελή μόρφωση) τσόγλανους να ζήλεψε κ να έκανε το δικό τους κάζο κ όλοι αυτοί να πεθάνανε σκασμένοι στα γέλια από τα κωλόψαρα που το φάγανε αμάσητο κ τους καλάρεσε κιόλας. Φυσικά εδώ έχουμε την απάντηση πασπαρτού, το μαγικό κλειδί για να δεχτεί οποιοσδήποτε το οτιδήποτε: Πιστεύω, άρα υπάρχει/ισχύει/είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Κ μετά από τους πλακατζήδες να πλακώσανε οι έμποροι που βρήκαν κ γαμώ τις παρθένες αγορές για να βγάλουνε μπόλικα φράγκα, ας κάνουμε ένα μαντρί γερό που θα έρχονται μόνοι τους να τ’ακουμπάνε κ ας το πούμε εκκλησία. Όποια εκκλησία.

Η βρόχα σήμερα μου’χει μουλιάσει το κεφάλι, πάω να το στεγνώσω, καλή δεκαετία λέμε, δε μασάμε ρε, γούστα βρίσκουμε μόνο παντού κ ωραίο χειμωνιάτικο ήλιο να μας κάνει να νιώθουμε ενοχές για τη σαπίλα κ τις μικρομιζέριες.

Κ πες στη χιονάτη πως τηνε ψάχνω, ε?

9+1 κάνει…

Δεκέμβριος 31, 2009

Η χρονιά έφυγε, έδωσε, πήρε, το φχαριστήθηκε, βαρετή δε τη λες με την καμία.

Τόσα όσα (πόσα?) αγγίξανε, από την αρχή της ως εδώ.

Καλά ήτανε, θα μπορούσε κ καλύτερα μα δεν της κρατάμε κ κακία, ήτανε τσαχπίνα κ ζόρικη χρονιά.

Τι ωραία που περνάνε στην άλλη πλευρά της γης… Η νότια αμερική είναι καλύτερη από τις ταινίες κ τα βιβλία φίλε, να πας…

Ο κόσμος αρχίζει να ενημερώνεται παραπάνω κ να τσαντίζεται όσο πάει. Πού θα πάει? Φρέσκο ενδιαφέρον για τα επικείμενα. Ο ορίζοντας μόλις τρεμόπαιξε πολύχρωμος.

Πάει η πρώτη δεκαετία του αιώνος ναουμ’!

Για δες!

Ντουγρού κ άφοβα.

Όλα γυρίζουν σαν τρελά

Νοέμβριος 5, 2009

Πότε πέρασε τόσος καιρός βρε?

Πολύ τρέξιμο, μια ακόμα δουλειά, επιτέλους έγινα καθηγητής, έστω για λίγες ώρες, έστω κάπου που δε θέλω. Ταυτόχρονα με βλέπω να χάνω την πρώτη μου δουλειά και να μη μου καίγεται καρφί. Η εταιρία λένε κλείνει. Ας την κλείσουν, υπάρχει μια διακριτή αντίφαση στην πλήρη απάθεια που μου προξενεί το νέο κ στο προβληματισμένο κ ταραγμένο προσωπείο που φορώ για 8 ώρες την ημέρα, αλλά δεν με πειράζει.

Αυτονομηθήκαμε κ σε ένα ωραίο σπίτι με παλαβά χρώματα κ πλέον (αφού το φτιάξω κατά τα γούστα μου) θα παίζει ηρεμία.

Τα ελληνικά σχολεία τη γλιτώσανε προς το παρόν από την παρουσία μου καθώς διέπρεψα στα παιδαγωγικά, παίρνοντας πούλο στο αντικείμενο, αλλά venceremos, δε μου γλιτώνουν, θα ξαναέχει διαγωνισμό.

Πιφ, έχω 2 δουλειές αυτή τη στιγμή που μάλλον θα χαιρόμουν αν τις κατάπινε η γη με καμια σεισμάρα. Το πιο πιθανόν θα ήταν να πήγαινα και να ξεκαρδιζόμουνα στα γέλια πάνω από τα συντρίμια. Περίεργο πάντως που κ στις δύο δουλειές μου αρέσει το αντικείμενο αλλά είμαι κατηγορηματικά αντίθετος με τους φορείς του αντικειμένου. Πουτάνα βαρεμάρα, να μη μπορώ να βρω λίγη ενεργητικότητα για να ψάξω μια δουλειά όμοια που να μη μου δημιουργεί προβλήματα στην κεφάλα… Πουτάνα κεφάλα που σε εξορίζει.

Στιγμές από το μέλλον κάνουν τσαφ κ χάνονται.

Ταξίδια που θα γίνουν μου δίνουν φλασιές κ τσιμπήματα.

Χάρτες των επόμενων προορισμών εισβάλλουν λαθραία στα μάτια μου που τρώγονται να αρχίσουν να διακρίνουν διαδρομές κ πόλεις.

Οι πρώτες βροχές με πάνε πίσω στις ζούγκλες κ τα τροπικά δάση. Με πάνε σε μέρες ολόκληρες περπατήματος κάτω από βροχή, σε μαγικά φαράγγια στο Περού, με τα πελώρια φύλλα να σε χτυπούν στη μούρη, το ποτάμι να κυλάει ξέφρενο δίπλα, δυνατό, συμπαγές, αφρισμένο, περίεργα σαυρίδια να πετάγονται από εκεί που δεν το περιμένεις, η βροχή ένα θολό πέπλο να εντείνει την εμπειρία κάνοντας το όμορφο τοπίο παραμυθένιο, εικόνες πέρα από κάθε σύστημα αναφοράς, πέρα από κάθε εμπειρία, στενά χωμάτινα μονοπάτια να χάνονται πάνω σε σκληρές πέτρες, ντόπιοι με μούρες λες από πηλό να σε χαιρετάνε χαμογελώντας ξεδοντιάρικα, μικρά χωριά με κιόσκια που πουλάνε μπανανίτσες, εμφιαλωμένο νερό κ φρούτα που δεν έχεις ξαναδεί μα είναι ωραία, να μασουλάς αλλόκοτα ξηροκάρπια, σιδερένιες γέφυρες που τρεμουλιάζουν κ χορεύουν σε κάθε βήμα, αλλόκοτα πουλιά να σε κοιτούν με περιέργεια, να κρώζουν κ να φεύγουν μακρυά. Κ εδώ χθες, πάνω στη μηχανή, μετά από 16 συνεχόμενες ώρες δουλειάς, να πέφτω σε ύπουλη λακούβα, να γίνομαι μούσκεμα κ να βρίζω για χιλιόμετρα μέσα από το κράνος, να περνάω μέσα από την Κηφισιά όπου μύριζε καμένο ξύλο κ να ξέρω πως κάποιοι είναι αραχτοί μπροστά από το τζάκι τους, πιθανώς με κάποιο ωραίο ποτήρι κρασί για συντροφιά κ να θέλω να τα γκρεμίσω όλα από τη μαύρη μουσκεμένη ζήλεια μου, όσο τραγουδάω δυνατά κ παράφωνα για να μη γλαρώσω. Κομπλεξάρα σκέτη. Αν δείτε κάποιον τύπο στην Κηφισίας πάνω σε μια μηχανή να προχωράει κ να γκαρίζει, είναι ο σαλταρισμένος ninguaqui μετά από μια ακόμη μέρα ανούσιας δουλειάς, μάγκες το νου σας!

 

Take two!

 

Έχασα τόσα βράδια σε μπαρ κ καφενεία…

 

Έτσι πέρασε ακόμα ένας κ μισός μήνας επιπλέοντας στο τίποτα. Στην πρώτη δουλειά πλέον το ηθικό έχει βρεθεί σε σκοτεινά υπόγεια κ κλαψουρίζει μοναχό του, το πλοίο βουλιάζει κ τα ποντίκια τον ήπιανε, δεν έχουν να πάνε πουθενά, έχουν αγκαλιαστεί με τον καπετάνιο που άφησε το τιμόνι στην τύχη του κ κοιτάζει κακόμοιρα τη σπασμένη πυξίδα, έτσι κ εγώ, θέλοντας πάντα να είμαι σε σύμπνοια με το κλίμα που κυριαρχεί, δεν κάνω απολύτως τίποτα. Το παρών κείμενο δε, γράφεται από το εταιρικό (ακατάσχετα γέλια) πληκτρολόγιο, αξιοποιώντας έτσι τουλάχιστον κάπως το φτυσμένο χρήμα που με πληρώνουν για να είμαι εδώ. Στη δεύτερη δουλειά απλά προσπαθώ να αποφύγω τα ψυχοφάρμακα που αργοχαράζουν στον ορίζοντα λόγω του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκομαι κ τρίβομαι σε αυτή την ωραία φάση που λέγεται διδασκαλία σε τάξη. Διδάσκω ενήλικες μεν, αλλά είμαι κ γαμώ τους ψαρωτικούς τύπους, δεν κουνιέται φύλλο στο μάθημα. Περισσότερα για το θέμα, όταν θα περάσει λίγος καιρός κ ξεστραβωθώ λιγάκι, να μπορώ να αρθρώσω λόγο. Έπειτα από όλα αυτά, τελευταίως περνάω ώρες ατελείωτες καθαρίζοντας κ σενιάροντας το σπίτι μου. Μετά από αρκετά μεγάλη αναζήτηση κ πάρα πολλές αγγελίες, είχα καταλήξει σε δύο επιλογές. Ένα ρετιρέ 32 τετραγωνικών με θέα καλή κ ανοιχτή κ ένα ισόγειο 52 τετραγωνικών που βλέπει σε δρόμο κ ντουβάρι κ είναι δίπλα σε πάρκο.

Μετά από σκέψη κ περισυλλογή κατέληξα στο ισόγειο. Το ρετιρέ ήταν στον πέμπτο όροφο, έμοιαζε με σπίτι από ελληνική βλακώδη σειρά, σε μικρογραφία βέβαια, φρεσκοβαμμένο κ είχε κ ένα καταπληκτικό μπαλκόνι. Το ισόγειο όμως είναι σχεδόν διπλάσιο, είναι μέσα στο δρόμο, είναι καθαρά αστικό κακούργημα, έχει δέντρα μπροστά του κ το έβαψα σύμφωνα με την κεφάλα μου. Επίσης δεν ήθελα σπίτι που να με κρατήσει με τα όποια θέλγητρά του, όταν θα φουντώσει μέσα μου το επόμενο μπουρλότο θέλω το αφήσω χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη, απλά να πακετάρω κ να φύγω, ήθελα χώρο κ τώρα που σφίγγουν κ τα κρύα, το ρετιρέ κ η μπαλκονάρα δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικά. Εν ολίγοις πλέον απολαμβάνω την αίσθηση της κλειστής πόρτας πίσω μου, της απουσίας ενόχλησης κ την ηρεμία. Κάτω από το παράθυρό μου ακούγονται φωνές κάθε λίγο κ λιγάκι μα δεν καταχωρούνται σα θόρυβος, πιο πολύ σαν ήχοι περιβάλλοντος, δεν ενοχλούν, αν ήθελα ησυχία θα έφευγα από την Αθήνα, τώρα ετούτη η πόλη μου μιλάει σε ένα σωρό γλώσσες, με πολλά στόματα κ διαλέκτους,  μου φωνάζει με τα κορναρίσματά της κ τα αγκομαχητά των φρένων, μου βγάζει τη γλώσσα με τον ήχο του γκαζιού, με γαργαλάει με τα τυχαία γέλια. Έχω κ ένα πυρετούλη μούρλια, βλέπω τον κόσμο κουρασμένα κ απορημένα, πίνω καφέδες κ τσιτώνω κ φάρμακα που μου προξενούν κάτι σαν αδιαφορία για την κίνηση.

Φυσικά ήρθαν κ περάσανε οι εκλογές, κατά τις οποίες βρέθηκα σε μέρη μαγικά, ροβόλησα κάτι όμορφα βουνά, δάση φτιαγμένα από όνειρα κ αναμνήσεις από βιβλία, πηγές με κρύα νερά κ ψεύτικες λίμνες. Πήγα σε μέρη που δεν είχα ξαναβρεθεί, έφαγα τον ποιο γαμάτο γύρο της Μακεδονίας, ξενέρωσα τα σόγια που προσπαθούσαν να με σπρώξουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση ψήφου κ το φχαριστήθηκα ξεμπροστιάζοντας το ιδεολογικό κενό που βρίσκονται σε συνδυασμό με το γεγονός πως δε θέλω να με βολέψει κανείς βολεμένος σε κάτι βολικό. Του πούστη, βγάλαμε δόντια χρόνια τώρα κ μασάμε μόνοι μας την όποια τροφή της γκλάβας μας, ευκαιρία να τα δείξουμε με πάσα έλλειψη μετριοπάθειας κ συστολής. Κρίμα πάντως, σε προηγούμενες εκλογές ήμουν στα εξωτερικά, τώρα το πανηγυράκι ήταν μικρό, ο βασιλιάς όχι μόνο ήταν γυμνός, αλλά αυτό που προεξείχε από τον κώλο του φαινόταν καθαρά κ ήταν μεγάλο. Ήταν απόλαυση να βλέπεις τα άλλοτε ξαναμμένα από κομματικό πυρετό πρόσωπα να περιφέρουν τα κουστούμια τους (γιατί στο χωριό μου ο κόσμος ντύνεται με τα καλά του για να ψηφίσει) αμήχανα, να μην τους βγαίνει η αψιμαχία, να έχουν συναίσθηση πλέον πόσο γελοία είναι τα λόγια υποστήριξης οποιουδήποτε υποψήφιου ληστή. Δεν τους λυπήθηκα καθόλου όταν χαμηλώνανε το βλέμμα στην αθώα ερώτησή μου για το ποιος ακριβώς θα νικήσει, όποιος κ αν πάρει τις εκλογές, στην απλή παρατήρηση πως είναι χαμένοι όπως κ να’χει. Ακόμα κ τα ποιο σκληροπυρηνικά κομματόσκυλα του παρελθόντος είχαν την ουρά τους πεσμένη, κρυμμένη κ ανεξαρτήτως χρώματος κ παράταξης, ακόμα κ στις χοντράδες που αμολούσα γρυλίζανε μέσα από σφιγμένα σαγόνια. Ηθική δικαίωση λοιπόν κατά κάποιο τρόπο. Αφιερωμένο το άσμα λοιπόν. Σε όλους τους.

Κατά τ’άλλα, ολίγη από κρατική αναίσχυντη καταστολή στα Εξάρχεια, το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ με τα ΜΑΤ κ τα πογκρόμ, το ένα λάθος μετά το άλλο, μάλλον το έχουν βάλει σκοπό να καεί τελείως αυτή τη φορά η Αθήνα το Δεκέμβρη, ακρίβυνε πάλι κ το πετρέλαιο, πρέπει να ζεσταθούμε κάπως, βάλτε κ ένα φουκαρά που σκοτώσανε στο ξύλο, σπασμένα κόκκαλα, ακόμα κ μεταξύ τους κοπανιούνται, περίεργη ενορχήστρωση μιας προαναγγελθείσας καταστροφής, αναρωτιέμαι ποιος θα αρχίσει να αγοράζει μαζικά ιδιοκτησίες στα Εξάρχεια μετά κ πόσα χρόνια θα χρειαστούν ώσπου να ξεκαρφωθούν κ να αρχίσουν να γκρεμίζουν τα νεοκλασικά για να χτίσουν εμπορικά κέντρα κ πολυσινεμάδες με περισσή περηφάνεια για την εξυγίανση ακόμα μιας μολυσμένης από ζωή περιοχής του κέντρου…

 

ΣΚΗΝΗ 3η

 

See and don’t see

 

Κ κάποτε μπήκε ο Νοέμβριος, ύπουλα κ αθόρυβα. Ο χρόνος περνάει σαν στήνεις σπίτι, τα μαστοριλίκια πολλά κ χαβαλετζίδικα, οι φίλοι πρόθυμοι. Σα να λέμε όμορφα δηλαδή, σα να αρχίζουν καινούρια πράγματα, σα να έφυγε ένα βάρος!

Ο καιρός περίεργος, τον κοιτάζω μόνο από παράθυρα κ πίσω από τη ζελατίνα του κράνους αυτό τον καιρό ή ακόμα χειρότερα μολυσμένο από την αίσθηση της δουλειάς, κίνηση, γαμωτομένα μούτρα, καλά είναι. Υπάρχει μια αίσθηση αναμονής, λες κ οι μέρες περνάνε μονότονες για όλους, με μια θολή εικόνα κάτι ακαθόριστου, το βλέπεις στις φάτσες στους δρόμους. Το βλέπεις σε μια διάχυτη νευρικότητα πίσω από τις γκριμάτσες σε πρόσωπα που αντανακλάνε χειμωνίλα. Συμπιεσμένες μέρες.

Οι ερωτήσεις έχουν απαντήσεις, μόνο που είναι σε άλλη γλώσσα που δεν καταλαβαίνουν τα βουλωμένα μας αυτιά.

Αντίο…

Ιουλίου 26, 2009

Πριν από 48 ημέρες έφυγε ο ninguaqui. Ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που είχα το ίδιο όνομα με εκείνον.  Ο παππούς μου.

Την τελευταία φορά που τον είδα είχε ακόμα κόκκινα μάγουλα  κ οι μύγες για κάποιο λόγο δεν πλησίαζαν το πρόσωπό του. Μετά τον πήραμε κ τον βάλαμε στη γη να την αράξει φορέβα.

Νιώθω μοναξιά, έφυγε ένα κομμάτι του κόσμου μου μαζί του.

Δεν θα του δείξω ποτέ τις φωτογραφίες από τα ψηλά βουνά στις Άνδεις που ξέρω πως θα του γλυκαίνανε τα μάτια.

Έτσι πάει όμως, έτσι έγινε.

Απλά αντίο

6 ώρες μετα.

Μαΐου 16, 2009

Μετά την επιστροφή εδώ. Το μπλογκ είχε τεχνικά προβλήματα τα οποία αποκαταστάθηκαν πλήρως κ επανήλθαμεν ανανεωμένοι κ ολίγον τι διαφορετικοί. Τελικά ηταν 5 οι χώρες κ πολλά τα αναπάντεχα!

Έχει ζουμί η υπόθεση οπότε ας το αφήσουμε να βράσει λίγο ακόμα, να χυλώσει να γίνει χαμός

Μη-φλασμπακ

Φεβρουαρίου 17, 2009

Προχτές έγινε μάζωξη παλιών συμμαθητών. Όχι οποιωνδήποτε τυχαίων παλιών συμμαθητών, των δικών μου. Χρόνια, αιώνες, ολόκληρες ζωές μετά, στο σχεδόν τυχαίο, για κάποιους μυστήριους σε μένα λόγους, είχε κανονιστεί για την Κυριακή μια μάζωξη κοινών αγνώστων, γνωρίμων αναμνήσεων. Η συνήθης απόλυτη αρνητικότητά μου σε τέτοια γλέντια κάμφθηκε εν μέρει από μια σταθερή δραστική επιρροή πάνω μου κ από την συγκυρία των αποριών μου πάνω στο χρόνο. Δηλαδή δεν είναι κ γαμώ τις ευκαιρίες να μπεις σε μια εξ’ορισμού μπλεγμένη χρονικά, απομακρυσμένη συναισθηματικά περίοδο, που συνέπεσε με χρόνια έντονα, με ερεθίσματα τόσα πολλά στον αριθμό που σε ζαλίζαν κ τότε κ ακόμα κ τώρα αποτυπωμένα σε μετέπειτα τοπία του ίδιου θέματος;

Ε είναι, μη λέμε μαλακίες, κακό πράγμα αυτό όταν δεν το κάνεις επίτηδες. Ταραγμένος όσο να’ναι από το ενδεχόμενο ξάφνιασμα μπροστά σε πρόσωπα που δεν είχα δει για πάρα πολύ καιρό, πήγα στο σημείο του ραντεβού με το ψοφόκρυο να κάνει αλλαγές στο DNA μου ή έτσι μου φαινόταν. Κάποιες φάτσες, οικείες μα όχι επίκαιρες, ψόφια χαμόγελα κ χειραψίες, «Αχ καλέ, δε σε θυμάμαι, δε μου λες μήπως είσαι ο…», «ΑΑΑΑ δεν το πι-στεύ-ω, δεν έχεις αλλάξει κα-θό-λου ρε συ!» , «Πω-πω, εσύ δεν ήσουν που είχες…»,»Σας είπα πως έχω κάνει μωράκιιιιιι…», «Ρεεεε, έλα δωωωω (πεταχτά ματς μουτς στα μάγουλα, μια τρίχα πριν αγγίξουν δέρμα), που είσαιαιαιαιαι, έλα να σε αγκαλιάσω μωρή» κ λοιπές χαριτωμενιές να ίπτανται στον αέρα, ένας παλιός καθηγητής,  αμήχανες χαιρετούρες, πιεσμένα χαμόγελα, ε ρε γλέντια, ήμουν ήδη στο τρίτο τσιγάρο, κουβεντούλα για την επικαιρότητα, το κρύο, τα μαλλιά, την απουσία μαλλιών, τα πρώτα «θυμάσαι τότε που…», μοιρασιές κόσμου κατά τα παλιά πρότυπα, παβλοφικοί σκύλοι ή απλά συγκινημένοι παλιοί φίλοι, οι (όχι κ τόσο) κρυφές ματιές σε βυζιά, κώλους, καβάλους, κοιλιές, ό,τι γούσταρε να συγκρίνει με την παλιότερη βερζιόν ο καθένας τέλοσπαντων, δυο φιλικές φάτσες. Κάποια τσιγάρα αργότερα φύγαμε από εκεί επαρκώς καταψυγμένοι κ μπουκάραμε τριάντα άτομα σε παρακείμενη καφετεριομπαροκλαμπο δικαιολογία μαγαζιού, καθήσαμε, κοιταχτήκαμε κ άρχισε η βαβούρα. Τα κύρια θέματα κουβέντας ήταν οι γάμοι, τα παιδιά, οι δουλειές, το κρασί ήρθε σε κατάλληλη στιγμή, διακόπτοντας βολικότατα βαρετή κουβέντα κ με αφορμή αυτό κ την επαφή μου με τους γύρω.

Καθόμουν εκεί κ κοιτούσα τις φάτσες ένα γύρω, περίμενα κάποια νοσταλγία, κάποια αντίδραση, κάτι. Ένα κύμα γλυκιάς αναπόλησης του τότε που ήμασταν πιο μικροί, πιο τρελλοί, πιο μάγκες, πιο χαρούμενοι. Μια ζεστασιά που θα τροφοδοτούνταν από αναμνήσεις σκανδαλιών, ηρωικών στιγμών, φιλίας, καψούρας και συντροφικότητας. Μια αναδρομή σε εκδρομές, γέλια, βροχές κ κουβέντες, στην πενταήμερη και τους παλιούς μας καθηγητές. Δεν ήρθε απολύτως τίποτα, εκτός από περισσότερο κρασί. Κάτι βοηθούσε τουλάχιστον στην απόψυξή μας. Βαρετό, ακόμα κ οι παραπομπές στο παρελθόν ήταν τόσο ξεπερασμένες πια που δεν αρκούσαν για να ανάψουν οι όποιες σπίθες. Μα πόσο τυχαίο πια ήταν που χαθήκαμε όλοι εμείς; Ε, δεν ήταν. Άκουσα κ κάτι ατάκες πυροκροτητές για τα νεύρα μου του στυλ «Μωρέ τι ωραία περνάγαμε τότε όλοι μαζί», «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου λείπει το σχολείο.», «Καλά, από’δω κ πέρα θα τα λέμε ό-πωσ-δή-πο-τε», «Το θέμα είναι να βρεις κ να κρατήσεις μια δουλειά σταθερή κ να αφοσιωθείς εκεί.», ε???

Έμεινα ως το τέλος, λέγοντας σε ανθρώπους που είχα να δω αιώνες διάφορα χαριτωμένα, που όμως πάντα καταλήγανε σε παγωμένες φάτσες όταν ακούγαν πως παραιτήθηκα από τη δουλειά μου. Α ναι, το έκανα κ αυτό, ήρθε η ώρα του, στο τέλος του μήνα σταματάω να πηγαίνω κιόλας κ θα «αφοσιωθώ σταθερά» στο επερχόμενο ταξίδι, χα χα! Γέλια σε παγωμένες φάτσες,ακόμα περισσότερο κρασί, παφαπούφες, δεν το μετανιώνω, καλά ήταν, είχα κ κέφι για δούλεμα κ πέρασα ικανοποιητικά. Αν μη τι άλλο επιβεβαίωσα κάποια σημεία της (όχι κ ιδιαίτερα κοινωνικής) άποψης που έχω για τις σχέσεις των ανθρώπων.

Στο δρόμο για το σπίτι ήδη σκεφτόμουνα άλλα πράγματα…

ΥΓ. Άκου το τελευταίο των Calexico, το Carried to Dust, θα χαιδέψει πολύ γνώριμα τ’αυτιά σου κ θα σου βάλει κ ένα χαμόγελο στο στόμα έστω κ για λίγο.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,

Ιανουαρίου 27, 2009

Ήρθε επιτέλους η μέρα!

Σήμερα το πρωί, μετά από μια πολύ δύσκολη ώρα πλήρους ασυνεννοησίας με ένα μισότρελλο τύπο, με την ανάλογη φυσιογνωμία, που θα του ταίριαζε καλύτερα μια ζωή στις σελίδες του Ντοστογιέφσκι ή και του Κάφκα αντί για μια βαρετή ύπαρξη μέσα σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, κατάφερα κ κανόνισα κ έκλεισα τα εισιτήρια για το ταξίδι. Το ποιο?

Μεγάλο μου όνειρο εδώ κ χρόνια ήταν να ταξιδέψω προς την Αμερική. Όχι όμως αυτή τη χάρτινη, ξανθιά, γαλανομάτα, αγγλομιλούσα, τερατική, θρησκειορημαγμένη, βίαιη, υλίστρια αμερική της τηλεόρασης, των ταινιών κ των βιβλίων, την άλλη… Την πιο κάτω…

Την Αμερική με την ιστορία της κ τα μπάσταρδα παιδιά των Ίνκας, των Μάγιας, των Κέτσουα, των Ισπανών, των Πορτογάλων, την Αμερική των εξερευνήσεων κ της ζούγκλας, των Άνδεων κ του Ειρηνικού ωκεανού, των χαμογελαστών ανθρώπων, της αίσθησης του σύντομου κ του απόλυτου, του χορού με νόημα κ χάρη, των έντονων παθών, των ναρκωτικών, των διδακτόρων, της μπύρας, της φύσης που δεν υποτάσσεται σε κανένα πούστη! Σε αυτή τη νότια λοιπόν, όσο πιο κάτω από τον ισημερινό τόσο καλύτερα, όσο πιο μακριά, όσο πιο ξένα για μένα. Πάντα αυτή η περιοχή του κόσμου φάνταζε σε μένα σα γλυκό, δροσερό καρπούζι καλοκαιριάτικου απογεύματος. Σαν κάτι εξωτικό κ οικείο ταυτόχρονα. // Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’αιώνια εναλλαγή // Ακόμα κ το σχήμα της μοιάζει με το μικρό ξαδερφάκι της Αφρικής κ το μεγάλο ξαδερφάκι της Ινδίας κ η έντονη συγγένεια είναι εμφανής.

Κάνοντας τα σατανικά μου σχέδια κ τις διαβολικές μου δολοπλοκίες, επιτέλους ήρθα μέσα από τα χρόνια στην τωρινή πραγματικότητα, αυτή με τα εισιτήρια σ’ένα φάκελο στην εσωτερική τσέπη του παλιού μου του πανωφοριού. Την ερχόμενη Δευτέρα πανηγυρικά παραιτούμαι από τη δουλειά, ψάχνω τα κόλπα με τις βίζες, στις πρεσβείες που πρέπει κ κλείνω ένα δωμάτιο ή ένα κρεβάτι για τις τέσσερις πρώτες μέρες. Ήρθε η στιγμή ν’ανοίξω παραπάνω, να βουτήξω σε νέα νερά, να αναπνεύσω άλλον αέρα.  // Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων // Εκείνη η φωνούλα που ερχόταν πάντα τόσο γλυκιά κ παραπονεμένη απ’το βάθος και μου ζητούσε τα όνειρά μου, που με ρώταγε θλιμμένα πάντα το πότε, τώρα γουργουρίζει σα γατί που τεντώνεται κάτω από μια δυνατή κ στοργική παλάμη. Η κίνηση είναι μια κατάσταση, του νου κυρίως, που με απασχολεί από μικρή ηλικία (είπε ο κωλογερος, μουχαχαχαχαχα!) και με έλκει στις λεπτομέρειες, με μαγνητίζει προς τον ουσιαστικό της ορισμό. Τα ταξίδια είναι για μένα περίοδοι γαλήνης, περίοδοι που ξεγελιέμαι πως είμαι κάποιος άλλος, αλλά ίδιος, σαν εμένα, κάποιος που θα ήθελα να είμαι γενικά. // και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη // Αυτό το ταξίδι συγκεκριμένα, έχει κ μια τιμητική πρωτιά.  Ως τώρα στα ταξίδια μου, θαρρώ πως έφευγα από κάπου, από κάτι, πως πήγαινα σε κάτι καινούριο με την έμφαση να υπάρχει σε αυτό που αφήνω πίσω μου. Διαφορετικοί καιροί, διαφορετικά τοπία, διαφορετικά στιγμιότυπα, η ίδια όμως αίσθηση. Τώρα φεύγω για να πάω εκεί, ο προορισμός έχει λάβει την πρέπουσά του θέση, την κύρια, χάνεται η αντανάκλαση που αποτελούσε στο παρελθόν. Τότε που στη διαδρομή έβλεπα τη διαφυγή και στο μέρος που πήγαινα τυπωμένη ανάλαφρα τη θολή εικόνα αυτών που δήθεν είχαν μείνει πίσω. Μα τίποτα δε μένει πίσω! Είναι γεγονός πως κουβαλάμε μαζί μας παντού κάποιες αόρατες αποσκευές, το θέμα εν τέλει είναι η οπτική γωνία κ πόσο ανοιχτή ή κλειστή είναι αυτή. Η ισορροπία ανάμεσα σε μια ματιά που τα αγκαλιάζει κ τα συγχέει όλα, φύρδην μίγδην το παρόν κ το παρελθόν να κουτρουβαλάνε προς ένα ήδη ζαλισμένο μέλλον και τη ματιά που την έχεις στενέψει τόσο πολύ που καταλήγεις να βλέπεις ένα μόνο φύλλο από το δάσος που υπάρχει μπροστά. Το τι θα μπορούσες να είχες κάνει με το τι μπορείς να κάνεις να μην μπλέκονται στο τώρα, γιατί σε μέρη πρωτοειδωμένα εντείνεται η αίσθηση του χρόνου, της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής, εκεί και τότε, που θα φύγει για πάντα αν δεν σταθείς λίγο να τη ζήσεις, να γεμίσεις τα ρουθούνια σου με δαύτη, αν δεν την αγγίξεις να δεις πως είναι αληθινή. Είναι περίεργο κ απλό ταυτόχρονα, μια αίσθηση φυσική κ αδημονούσα, τα μέρη που με καλούνε κοντά τους τα βλέπω με καθαρή εικόνα.

Έχω ακόμα χρόνο μπροστά μου ώσπου να φύγω κ μπορώ να περιμένω ήρεμα, μαθαίνοντας για τους τόπους που θα βρεθώ και για τους ανθρώπους που θα συναντήσω.

Η αναζήτηση του χρόνου στο χρόνο κ στα τερτίπια του συνεχίζεται, δεν είναι μικρό πράγμα, είναι κάτι που θέλει συνοφρυωμένα φρύδια κ εγκέφαλο πλυντήριο να γυρίζει με μανία καθαρίζοντας τις σκέψεις, θέλει συνειρμούς κ ορίζοντα, θέλει όνειρα κ παγίδες, θέλει να αντιληφθείς το κενό που βρίσκεται στην επανεμφάνιση της απουσίας κ των αλλαγών που αναπόφευκτα γίνονται κ τρεμουλιάζουν τα πάντα. Τα παλιά σερβίρονται σα νέα, τα νέα τα έχεις ξαναζήσει, το τίποτα είναι πιο βολικό αλλά δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει. Πέρα από την πραγματικότητα που υπαγορεύει η αντίληψη, είναι άλλα τα μονοπάτια που παίρνει για να κόψει δρόμο η διάπυρη εμπειρία. Το ψάχνω ακόμα.

Η ημερομηνία όμως υπάρχει πια κ το αεροπλάνο έχει πια μια θέση με το όνομά μου…


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,

κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,

δε θα’ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,

ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;


Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,

λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αιθάλη»,

που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,

γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.


Η μόνη μου παράκληση όμως θα’τανε,

τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.

Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,

για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.


ΥΓ. Τα πλαγιασμένα λόγια είναι του Νίκου Καββαδία από το θαυμάσιο «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ», αλλά μάλλον ήδη το’ξερες αυτό…