Μια εξέγερση σαν τα μούτρα μας…

Το προηγούμενο Σάββατο ήταν του Άϊ-Νικόλα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας μίλησα στο τηλέφωνο με αρκετούς Νικολάδες κ με δυο από αυτούς κανονίσαμε να βρεθούμε κιόλας με την προοπτική πως ανάλογα πως θα πήγαινε το βράδυ, μπορεί να πήγαινα σ’έναν τρίτο αργότερα.
Ο πρώτος Νικόλας μένει στον Άγιο Θωμά, κοντά στο νοσοκομείο Παίδων κ εκεί ήταν που βρέθηκα γύρω στις 10 παρά. Χαβαλεδιάσαμε, χαζοχαρήκαμε, φάγαμε γλυκά, ήπιαμε κ ένα πολύ όμορφο γλυκό Ρουμάνικο κρασί κ κάποια στιγμή οι παρευρισκόμενοι θα μετακινούσαν την γιορτή σε ένα μαγαζί πίσω από το Χίλτον κ πήγα μαζί τους ως εκεί καθώς βόλευε που ήθελα να συνεχίσω στον δεύτερο Νικόλα που μένει στα Εξάρχεια.
Γύρω στις 11μιση λοιπόν, έφευγα από το Χίλτον με κατεύθυνση Εξάρχεια, χαλαρά, έτοιμος για μια πολύ ωραία βόλτα. Ως φανατικό τζάνκι του περπατήματος, περπατούσα σιγά κ με ρυθμό κ ως το Κολωνάκι είχα αποφασίσει πως δεν ήθελα να δω πολύ κόσμο στη διάρκεια της βόλτας μου. Έτσι πήρα κάτι στενάκια κ πίσω δρόμους προς το Λυκαββητό κ διέσχισα όλο το Κολωνάκι από τους σκοτεινούς πίσω δρόμους του. Ο Νικόλας-ο-δεύτερος θεωρητικά με περίμενε κ προχωρούσα απολαμβάνοντας τη νύχτα στην Αθήνα κ το κρασί στο στομάχι μου. Κάποια στιγμή μου ήρθε μια περίεργη μυρωδιά στη μύτη κ στέγνωσε το λαρύγγι μου τελείως ενώ ταυτόχρονα γέμισε το στόμα μου με μια αψάδα που σύντομα έγινε ενοχλητική. Προχώρησα 3-4 τετράγωνα με το κάψιμο στο λαιμό κ στη μύτη να μεγαλώνει ενοχλητικά κ μου ήρθε η σωστή λέξη στο μυαλό.

Δακρυγόνα.

Συμπέρασμα στο οποίο συνέτινε η ολοένα κ αυξανόμενη αίσθηση πως μου τρίβουνε τα μάτια με ψιλό γυαλόχαρτο. Η αυθόρμητη σκέψη ήταν πως κάπου κοντά γινόταν πορεία, περίεργο πραγματικά για Σάββατο το ότι γινόταν κάπου τόσο κοντά στο Κολωνάκι κάποια πορεία κ φτάσαν τα νέφη από τα δακρυγόνα ως εκεί. Ή πως γινόταν κάτι στα Εξάρχεια. Όπως  κ να’χε πλησίαζα το σπίτι του Νικόλα του δεύτερου που είναι πάνω σε παράλληλη της Ιπποκράτους περπατώντας σε μια μεγάλη κατηφόρα που έβγαζε κοντά σε αυτό. Δεν σκέφτηκα καν εκείνη τη στιγμή πως στην γωνία του σπιτιού ήταν κάθετος ο δρόμος που είναι το τμήμα Εξαρχείων.

Έφτασα στην πόρτα της πολυκατοικίας κάπως ξαναμμένος από το περπάτημα κ ενοχλημένος από τη μπόχα των χημικών κ χτύπησα το κουδούνι. Στο θυροτηλέφωνο ακούστηκε ένα απότομο «Ναι, ποιος είναι?» κ παραξενεμένος για τον τόνο είπα απλά «Ninguaqui» κ μου άνοιξε. Λίγα λεπτά μέσα σε ένα στενό αλουμινένιο ασανσέρ αργότερα ήμουν πάνω στο σπίτι κ χτυπούσα την πόρτα με ένα πελώριο χαμόγελο καρφωμένο στη μούρη μου. Ομολογουμένως ο Νικόλας-ο-δεύτερος είχε μια υπερβολικά έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπό του για άνθρωπο που αφενός γιόρταζε κ αφετέρου με περίμενε, αγκαλιαστήκαμε όμως, άνοιξα τη βρύση με τις γιορτάσικες ευχές κ τον πιτσίλισα κ προχωρήσαμε μέσα στο σπίτι. Εκεί ήταν η αναμμένη τηλεόραση (σε γιορτή βλέπουν τηλεόραση??), ένα περίεργο μπουκάλι κ ποτήρια πάνω στο τραπεζάκι, η αδερφή του η Filologos και ο Άγγλος-φίλος, τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά κ το κοινό των δύο ήταν πως με κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια.

– Γεια χαρά παίδες!
– Μα καλά, πως ήρθες? (ΠΟΛΥ ξαφνιασμένα πρόσωπα!)
– Τι εννοείς? Α! Μου ήρθαν κάτι δακρυγόνα στη μούρη, γίνεται κάτι εδώ κοντά?
– Ρε μαλάκα, σκοτώσαν ένα παιδί στα Εξάρχεια.
– Ε?!

Κάτι αγκαλιές, φιλιά, χειραψίες, εξηγήσεις αργότερα, ήμασταν καρφωμένοι στην τηλεόραση, ακούγαμε τα έκτακτα δελτία κ έπινα κόκκινο κρασί.

Η επόμενη κίνηση ήταν ένα τηλεφώνημα στον Κ.Λ.Σ., πολύ καλό φίλο, που ήξερα πως δουλεύει στη Μεσολογγίου.  Τον βρήκα σπίτι του, ταραγμένο κ τσαντισμένο. Την ώρα που σκοτώσανε το παιδί είχε μόλις σχολάσει κ μου είπε πως η πρώτη αντίδραση του κόσμου ήταν ο θρήνος. Όλοι οι παρευρισκόμενοι είχανε μαζευτεί γύρω από το σημείο του φονικού και κλαίγανε για το παιδί που δολοφονήθηκε μέσα στη μέση του κόσμου κ πολύ κοντά σε 8 περίπου καφετέριες. Κατόπιν μέσα σε μισή ώρα έφτασαν επιτόπου αρκετές διμοιρίες ΜΑΤ κ απέκλεισαν το μέρος, δίνοντας έτσι τη φλόγα στο φυτίλι των ταραχών. Ο Κ.Λ.Σ. πρόλαβε κ έφυγε, πήγε σπίτι του κ δεν είχε ησυχία. Η περιγραφή του ήταν σαφής, απλή κ δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτά που ακουγότανε στην τηλεόραση.

Στη συνέχεια βγήκαμε στο μπαλκόνι κ είδαμε πολύ ζόρικα πράγματα. Από εκεί φαινόταν το τμήμα των Εξαρχείων, απ’έξω ήταν γύρω στα εκατό άτομα ένστολοι, ΜΑΤ, ασφ-αλήτες, ειδικοί φρουροί, όλα τα μπλε παιδιά κ ήταν τρομοκρατημένοι.

Στο βάθος ακουγόταν αναταραχή κ κάθε τόσο ακουγόταν κρότοι κ φωτιζότουσαν ολόκληρες πολυκατοικίες μέσα στη νύχτα από τις χειροβομβίδες των ΜΑΤ. Πάνω από την πλατεία Εξαρχείων σηκωνόντουσαν πυκνοί, μαύροι καπνοί κ το αστικό τοπίο είχε μυρωδιά πολέμου.

Μείναμε άναυδοι στο μπαλκόνι για αρκετή ώρα κ πηγαινοερχόμασταν από εκεί στην τηλεόραση κ πίσω. Κανείς πια δεν σκεφτόταν τη γιορτή του Νικόλα-του-δεύτερου κ πιάναμε ένα σωρό γρήγορες, οργισμένες, βρώμικες κουβέντες που τελειώναν με την επόμενη έκρηξη, με την επόμενη κραυγή που ακουγόταν από το δρόμο.

Ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται απορημένος στην Ιπποκράτους κ τα πρώτα οδοφράγματα στηνότανε στη Σόλωνος.

Μόλις είχε αρχίσει ο Δεκέμβρης του Αλέξη.

Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: